προσραφή

προσραφή
η латание

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "προσραφή" в других словарях:

  • προσραφή — η, Ν πρόσραμμα, μπάλωμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < προσράπτω. Η λ. μαρτυρείται από το 1839 στον Ιωάνν. Ορλάνδο] …   Dictionary of Greek

  • φέλιασμα — το, Ν [φελιάζω] 1. η ενέργεια τού φελιάζω, προσραφή ταινίας υφάσματος σε ένδυμα 2. πρόσθετη ταινία υφάσματος («θα σού ράψω φελιάσματα στο φόρεμα που κόντυνε») 3. μπόλιασμα, εγκεντρισμός …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»